Φόρτωση ...

ΚΑΤΑΘΛΙΨΗ ΚΑΙ ΠΑΙΔΙ

ΤΕΙ ΛΑΡΙΣΑΣ
Σ.Ε.Υ.Π.
ΤΜΗΜΑ ΝΟΣΗΛΕΥΤΙΚΗΣ

ΘΕΜΑ: ΚΑΤΑΘΛΙΨΗ ΚΑΙ ΠΑΙΔΙ

ΣΠΟΥΔΑΣΤΡΙΑ:ΣΙΑΜΟΡΕΛΗ ΑΝΝΑ-ΝΑΥΣΙΚΑ

ΚΑΘΗΓΗΤΡΙΑ: Γ. ΚΥΠΑΡΙΣΗ

ΟΡΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΚΑΤΑΘΛΙΨΗΣ

Η κατάθλιψη αποτελεί μια ψυχική διαταραχή γνωστή από τους αρχαίους χρόνους. Ήδη ο Ιπποκράτης τον 4ο αιώνα π.χ περιέγραψε με λεπτομέρεια τόσο την κατάθλιψη όσο και την μανία. Σήμερα, στο δυτικό κόσμο η συχνότητα της κατάθλιψης είναι ιδιαίτερα αυξημένη, σε σημείο που θα μπορούσαμε να πούμε ότι παίρνει διαστάσεις επιδημίας. Τις τελευταίες δεκαετίες παρατηρείται μια αύξηση του ενδιαφέροντος για την κατάθλιψη και τις άλλες διαταραχές της διάθεσης. Θα πρέπει να τονίσουμε ότι η λέξη «κατάθλιψη» χρησιμοποιείται για ένα ευρύ φάσμα συναισθηματικών καταστάσεων που μπορεί να είναι είτε φυσιολογικές είτε παθολογικές. Έτσι, λοιπόν, η κατάθλιψη μπορεί να αποτελεί: Α. μια φυσιολογική διάθεση ή συναίσθημα, όπως για παράδειγμα στην περίπτωση μιας σημαντικής απώλειας ή θανάτου ενός αγαπημένου προσώπου. Β. ένα σύμπτωμα, στην περίπτωση όπου η κατάθλιψη είναι μια μορφή αντίδρασης στο στρες ή μια δευτερογενής αντίδραση σε ασθενείς με οργανικά ή ψυχιατρικά προβλήματα. Γ. μια ψυχοπαθολογική διαταραχή ή σύνδρομο, όπως για παράδειγμα η Μείζων Καταθλιπτική Διαταραχή, η Δυσθυμική Διαταραχή ή οι Διπολικές Διαταραχές που μεταξύ άλλων κατατάσσονται στις Διαταραχές της Διάθεσης. Με τον όρο αυτό αναφερόμαστε σε έναν αριθμό κλινικών καταστάσεων των οποίων το κύριο χαρακτηριστικό είναι η διαταραχή στη διάθεση, που συνοδεύεται από γνωστικές, ψυχοκινητικές, ψυχοφυσιολογικές και διαπροσωπικές δυσκολίες. Παρά το γεγονός ότι η κατάθλιψη είναι σχετικά συχνό φαινόμενο, ο ορισμός της δεν είναι εύκολος. Ακόμη και οι ειδικοί δεν συμφωνούν σχετικά με τη φύση της, ούτε και έχουν καταλήξει σχετικά με το αν πρόκειται ουσιαστικά για ένα βιολογικό ή για ένα ψυχολογικό φαινόμενο. Υπάρχει μια ομοφωνία ότι η κατάθλιψη παρουσιάζεται ως ένα παγκόσμιο χαρακτηριστικό της ανθρώπινης φύσης, από την παροδική θλίψη που μπορεί να συμβεί στον καθένα από εμάς μέχρι τη βαριά κατάθλιψη. Σε γενικές γραμμές, πάντως, η κατάθλιψη θα μπορούσε να οριστεί ως μία κατάσταση παθολογικής θλίψης που συνοδεύεται από σημαντική μείωση του αισθήματος προσωπικής αξίας και από την επώδυνη συνείδηση της επιβράδυνσης των νοητικών, ψυχοκινητικών και οργανικών διαδικασιών. Λόγω της έλλειψης ενός λειτουργικού και γενικά αποδεκτού ορισμού, η κατάθλιψη ορίζεται κατά κύριο λόγω από τις ψυχολογικές, συμπεριφορικές, γνωστικές και βιολογικές εκδηλώσεις.

ΚΑΤΑΘΛΙΨΗ ΣΕ ΠΑΙΔΙΚΗ ΗΛΙΚΙΑ

Η κατάθλιψη στην παιδική ηλικία, δηλαδή πριν από την ηλικία των 12 χρονών, παρουσιάζει για το θεραπευτή ένα σωρό διαγνωστικά και θεραπευτικά προβλήματα. Σύμφωνα με την ταξινόμηση που έκανε το G.A.P.(Group for Advancement of Psychiatry of the American Psychiatric Association),το 1965, και που αποτέλεσε την πρώτη προσπάθεια εκπόνησης μιας νοσολογικής ταξινόμησης στην παιδοψυχιατρική με κοινή συναίνεση διάφορων θεραπευτών με διαφορετική θεωρητική τοποθέτηση, η κατάθλιψη περιγράφηκε σαν ένα είδος ψυχονευρωτικής πάθησης που εκδηλώνεται με διαταραχές στο φαγητό και τον ύπνο ή υπερδραστηριότητα. Σαν επακόλουθο κάποιας πραγματικής ή συμβολικής απώλειας, η κατάθλιψη μπορεί να εκδηλωθεί με μείωση της αυτοεκτίμησης, ενοχή και δυσθυμία. Παρά το γεγονός αυτής της επίσημης αναγνώρισης, οι περισσότεροι θεραπευτές εξακολούθησαν να αντιμάχονται την ύπαρξη της κατάθλιψης σαν κλινικό σύνδρομο. Η διαμάχη αυτή αφορούσε τόσο το εξελικτικό και ψυχοδυναμικό επίπεδο, όσο και την απουσία σαφών κριτηρίων για την διάγνωση της κατάθλιψης.


Στη συζήτησή μας γύρω από την κατάθλιψη είναι σημαντικό να κάνουμε διάκριση ανάμεσα στην κατάθλιψη σαν απλό σύμπτωμα, την κατάθλιψη σαν σύνδρομο και την κατάθλιψη σαν πάθηση, δηλαδή σαν μια σαφώς καθορισμένη κλινική αρρώστια. Η κατάθλιψη σαν σύμπτωμα είναι φαινόμενο πανανθρώπινο και συναντάται σε όλες τις ηλικίες, ακόμα και τη νηπιακή, με τη μορφή θλίψης ή δυσφορίας. Θλίψη, λύπη και απόγνωση μπορεί να εμφανιστούν, χωρίς να συνοδεύονται από άλλα ψυχοπαθολογικά φαινόμενα, σαν αντίδραση σε μια απώλεια, σε ένα ναρκισσιστικό πλήγμα ή μια απογοήτευση. Το καταθλιπτικό σύνδρομο αποτελείται συνήθως και από άλλα συμπτώματα, πέρα από την καταθλιπτική διάθεση, όπως απουσία ενδιαφέροντος για δραστηριότητα, δυσκολία στη συγκέντρωση και κάποια γενικότερη βραδύτητα στη δραστηριότητα. Το καταθλιπτικό σύνδρομό το συναντάμε σαν δευτεροπαθές, όσο αφορά την πρωταρχική κατάσταση, σε παιδιά που υποφέρουν από κάποια σοβαρή χρόνια αρρώστια, όπως καρκίνο, ρευματοειδή αρθρίτιδα, νεφρωτικό σύνδρομο ή σοβαρή αναπηρία μετά από κάποιο ατύχημα. Τέλος η κατάθλιψη σαν πάθηση προ’υ’ποθέτει μια χαρακτηριστική κλινική εικόνα, πιθανόν με βιολογική και οικογενειακή προέλευση, μια περίπου προκαθορισμένη πορεία και μια αντίδραση στα αντικαταθλιπτικά.

ΔΙΑΓΝΩΣΗ ΚΑΙ ΚΛΙΝΙΚΗ ΕΙΚΟΝΑ

Το ουσιαστικό και απαραίτητο σύμπτωμα συναισθηματικών διαταραχών είναι η δυσφορική διάθεση. Η δυσφορία εκδηλώνεται μερικές φορές σαν απώλεια ενδιαφέροντος για σχεδόν όλες τις συνηθισμένες δραστηριότητες και απολαύσεις. Πέρα από αυτή τη διαταραχή στη διάθεση, τρεις ακόμα τομείς λειτουργίας μπορεί να επηρεαστούν: όρεξη και φαγητό (ανορεξία, απώλεια βάρους ή αυξημένη όρεξη, απόκτηση βάρους), ύπνος (α'υ'πνία ή υπερυπνία) και ψυχοκινητική δραστηριότητα (απώλεια ενέργειας και κούραση). Δεν είναι υποχρεωτικό να συνυπάρχουν όλα αυτά τα συμπτώματα. Για να γίνει η διάγνωση, αρκεί η παρουσία τεσσάρων τουλάχιστον από αυτά για μια περίοδο δύο, το λιγότερο, εβδομάδων.
Η αποδοχή αυτών των οριστικών και εύκολα αντιληπτών κριτηρίων για την διάγνωση της κατάθλιψης εξάλειψε το μεγαλύτερο μέρος της σύγχυσης γύρω από την ταξινόμηση των διαφόρων συναισθηματικών διαταραχών που εμφανίζονται στους ενήλικες. Στην παιδοψυχιατρική, ωστόσο, παρ' όλο το αυξανόμενο κλινικό ενδιαφέρον και τον ξαφνικό πλούτο σε ερευνητικές μελέτες πάνω στο θέμα της κατάθλιψης, η ασάφεια και η διαφωνία εξακολουθούν να παραμένουν μεταξύ των θεραπευτών και των ερευνητών.
Η εντόπιση των διαταραχών στο φαγητό και τον ύπνο δεν παρουσιάζει πρόβλημα για τον παιδοψυχίατρο. Εκείνο που παρουσιάζει, όμως, δυσκολίες - ιδιαίτερα όσο αφορά το μικρό παιδί - είναι το πώς να εξακριβώσει κανείς τη δυσφορική διάθεση, εφόσον, χωρίς αυτή, δεν είναι δυνατή η διάγνωση της κατάθλιψης. Η παρουσία συγκεκριμένων και όχι η συμπερασματική εντόπισή τους μέσα από άλλες παθολογικές εκδηλώσεις αποτελεί τη μοναδική βάση για τη διάγνωση. Το παιδί που δεν έχει όρεξη και χάνει βάρος, που κοιμάται λίγο και παραπονιέται για κούραση ή το επιθετικό παιδί δεν μπορούν να θεωρηθούν καταθλιπτικά, αν τους λείπει εντελώς η καταθλιπτική διάθεση. Ομοίως, το παιδί που παραπονιέται για έλλειψη ενδιαφέροντος κι ευχαρίστησης στις συνηθισμένες ασχολίες του ή, ακόμα, παραπονιέται ότι νιώθει δυστυχισμένο αλλά δεν παρουσιάζει φανερή διαταραχή στην όρεξη, τον ύπνο και τη δραστηριότητα δεν πρέπει να χαρακτηριστεί καταθλιπτικό.

Στον ενήλικα αναγνωρίζουμε εύκολα τη δυσφορική διάθεση, γιατί ο ασθενής την περιγράφει λεκτικά σαν ανημποριά, απόγνωση, μείωση της αυτοεκτίμησης, αυτοεπίκριση, τύψεις και απελπισία. Τα παιδιά, ιδιαίτερα κάτω των 10 ή 12 χρονών, σπάνια διατυπώνουν λεκτικά τα συναισθήματά τους. Στο μικρό παιδί πρέπει ν’αναζητούμε μη λεκτικές εκδηλώσεις της κατάθλιψης, όπως, θλίψη και απελπισία, και αυτές να μας αρκούν σαν χαρακτηριστικές της δυσφορικής διάθεσης. Εκτός από τη θλίψη, την ανία και την απάθεια έχουμε την ανικανότητα του παιδιού να αντλήσει ευχαρίστηση από τις καθημερινές του ασχολίες, μια άλλη μη λεκτική εκδήλωση της δυσφορικής διάθεσης του παιδιού. Αυτές οι εκδηλώσεις δεν είναι πάντα παρούσες και ο θεραπευτής πρέπει να τις αποσπάσει από το παιδί ή να στηριχτεί στις πληροφορίες από τους γονείς. Η απόγνωση και η απελπισία μπορούν να εντοπιστούν ρωτώντας το παιδί για τις μελλοντικές προσδοκίες του. Με δεδομένο ότι τα παιδία, ενώ αμύνονται ενάντια στην οδυνηρή πραγματικότητα της καθημερινής τους ζωής, είναι πάντα έτοιμα να πιστέψουν ότι αργότερα τα πράγματα θα είναι πολύ καλύτερα, η έλλειψη τέτοιων προσδοκιών αποτελεί σημαντικό εύρημα.
Εδώ θα πρέπει να τονίσουμε ότι πολλοί θεραπευτές δεν παραδέχονται ότι οι δύο μορφές κατάθλιψης, η παιδική και η ενήλικη, είναι ισόμορφες. Υποστηρίζουν ότι εξαιτίας των συνεχών αλλαγών που συμβαίνουν στην παιδική και εφηβική ηλικία, τα παιδιά παρουσιάζουν διαφορές όχι μόνο με τους ενήλικες αλλά και αναμεταξύ τους, ανάλογα με την ηλικία τους. Σημαντικές διαφορές στην εξελικτική πρόοδο της συναισθηματικής, γνωστικής και κοινωνικής ανάπτυξης του παιδιού προκαλούν αναπόφευκτα διαφορές στην έκφραση και πορεία οποιασδήποτε διαταραχής στα διάφορα στάδια της παιδικής ηλικίας. Για να διαγνώσουμε, επομένως, κατάθλιψη, πρέπει να λάβουμε απαραίτητα υπόψη μας το στάδιο ανάπτυξης του παιδιού. Κάτω από αυτή τη λογική, χωρίσαμε τα παιδιά σε τρεις ευρείες κατηγορίες: νηπιακή, προσχολική και σχολική ηλικία.
Στη νηπιακή ηλικία, από τα διάφορα σύνδρομα που έχουν προσδιοριστεί σαν κατάθλιψη, μόνο η ανακλητική (anaclitic) κατάθλιψη του Spitz παρουσιάζει κάποιες ομοιότητες με την κατάθλιψη των ενηλίκων (18). Ο Spitz περιέγραψε σαν συμπτώματα αυτής της κατάθλιψης την αδιαφορία, το κλάμα, την απώλεια βάρους, την απάθεια, την απόσυρση και τις διαταραχές του ύπνου.

Ωστόσο πολλοί αμφισβητούν το κατά πόσο αυτά τα συμπτώματα, που εμφανίζονται όταν η μητρική φροντίδα και τα ερεθίσματα από το περιβάλλον μειώνονται αισθητά, σχετίζονται με κατοπινές μορφές κατάθλιψης ή κατά πόσο αυτό που ο Spitz αποκαλεί ανακλητική κατάθλιψη είναι απλά μια ψυχοβιολογική αντίδραση στη στέρηση. Εκτός από την ανακλητική κατάθλιψη, οι Engel και συνεργάτες έδωσαν σ’αυτό που αποκάλεσαν σύνδρομο απόσυρσης / συντήρησης μια κλινική εικόνα μειωμένης ανταπόκρισης στα εξωτερικά ερεθίσματα, θλιμμένης συμπεριφοράς και απώλειας ενδιαφέροντος. Η εικόνα αυτή απαντάται συνήθως σε παιδιά με χρόνια σωματική αρρώστια, σε παιδιά που υπέστησαν σοβαρή απώλεια ή τραύμα, καθώς και σε περίπτωση παραμέλησης και στέρησης. Πολλοί υποστηρίζουν ότι η ανακλητική κατάθλιψη του Spitz και το σύνδρομο απόσυρσης/συντήρησης μια κλινική εικόνα μειωμένης ανταπόκρισης στα εξωτερικά ερεθίσματα, θλιμμένης συμπεριφοράς και απώλειας ενδιαφέροντος. Η εικόνα αυτή απαντάται συνήθως σε παιδιά με χρόνια σωματική αρρώστια, σε παιδιά που υπέστησαν σοβαρή απώλεια ή τραύμα, καθώς σε περίπτωση παραμέλησης και στέρησης. Πολλοί υποστηρίζουν ότι η αντικλιτική κατάθλιψη του Spitz και το σύνδρομο απόσυρσης/συντήρησης του Engel έχουν παρόμοιο μηχανισμό και απεικονίζουν την ψυχοβιολογική αντίδραση στη στέρηση ή σε κάποιο τραύμα. Πέρα από αυτά τα δύο σύνδρομα, στη νηπιακή ηλικία δε συνιστάται άλλη μορφή κατάθλιψης.
Στην προσχολική ηλικία, δηλαδή σε παιδιά μέχρι 6 ή 7 χρονών, η κατάθλιψη είναι εξίσου ασυνήθιστη. Κλάματα, θλίψη, παράπονα για σωματικές αδιαθεσίες, ανορεξία, εκρήξεις οργής και έλλειψη ενδιαφέροντος για δραστηριότητες απαντώνται συχνά στα παιδιά αυτής της ηλικίας` ωστόσο η κλινική εικόνα είναι έντονα ασταθής και τα περισσότερα από αυτά τα συμπτώματα δεν παραμένουν σταθερά για ένα αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα που να επιτρέπει αξιόπιστη διάγνωση. Η πρόσκαιρη φύση αυτών των συμπτωμάτων οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην ανωριμότητα των γνωστικών δομών του παιδιού που δεν μπορεί να συλλάβει την έννοια του παρελθόντος και του παρόντος ούτε να γενικεύσει την εμπειρία του. Το παιδί αυτής της ηλικίας ζει από στιγμή σε στιγμή και η συμπεριφορά του είναι γενικά ασταθής.
Οι περισσότεροι ερευνητές χωρίζουν τη σχολική ηλικία (6 μέχρι 12 χρονών) σε πρώιμη και όψιμη. Σε παιδιά από 6 μέχρι 9 χρονών η θλίψη, το εύκολο ξέσπασμα σε δάκρυα και η δυσφορία, όταν εμφανίζονται, είναι περισσότερο σταθερά.
Τα παιδιά αυτής της ηλικίας αρχίζουν να μιλούν για τις ανησυχίες τους και συχνά εκφράζουν την επιθυμία να πεθάνουν` αυτό, όμως, γίνεται περισσότερο για να πειράξουν ή να τιμωρήσουν τους γονείς τους παρά γιατί νιώθουν ανάξια. Παιδιά από 9 μέχρι 12 χρονών είναι πιθανό να εμφανίσουν περισσότερο μόνιμες καταστάσεις δυσφορίας και να καλλιεργούν σκέψεις αυτοκτονίας. Σε γενικές γραμμές, καθώς τα παιδιά μεγαλώνουν, παρατηρούμε ότι η κλινική εικόνα γίνεται πιο συγκεκριμένη και τα συμπτώματα περισσότερο σταθερά και συναφή προς την συμπτωματολογία των ενηλίκων.


ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΚΑΤΑΘΛΙΨΗΣ

Η αιτιολογία της κατάθλιψης, ανεξάρτητα από την ηλικία που παρουσιάζεται η κατάσταση αυτή, δεν έχει απόλυτα ξεκαθαριστεί. Τα τελευταία χρόνια, σαν αποτέλεσμα ερευνών στον ιατροβιολογικό τομέα, πολλές υποθέσεις είδαν το φως σχετικά με ελλείψεις σε διάφορους νευρομεταβιβαστές. Ταυτόχρονα, η αποτελεσματικότητα των αντικαταθλιπτικών φαρμάκων φαίνεται να επιβεβαιώνει το γεγονός ότι, για ορισμένες τουλάχιστον μορφές κατάθλιψης, ευθύνεται ένα γενετικά κληρονομούμενο ελάττωμα στο μεταβολισμό του κεντρικού νευρικού συστήματος. Αυτό, βέβαια, δε σημαίνει ότι παραγνωρίζεται η σημασία των ψυχοδυναμικών και κοινωνιογνωστικών παραγόντων.

Βιολογικές υποθέσεις

Είναι γενικά παραδεκτό ότι εκείνο που επηρεάζεται είναι ο μεταβολισμός των τρίων βιογενών αμίνων: νορ-επινεφρίνης, ντοπαμίνης, (οι δύο κατεχολαμίνες) και σεροτονίνης (μία ινδολεαμίνη). Σύμφωνα με μια αρχική υπόθεση, οι τρεις αυτοί νευρομεταβιβαστές είτε δεν απελευθερώνονται στις συνάψεις ή μεταβολίζονται υπερβολικά μέσα στα νευρικά κύτταρα. Έτσι η ελάττωση της 3-μεθόξυ-4-υδρόξυ-φαινολογλυκόλης (M.H.P.G.), ενός μεταβολίτη της νορ-επινεφρίνης στα ούρα, συνδέεται με μια καταθλιπτική φάση, ενώ μια αντίστοιχη αύξηση παρουσιάζεται όταν η κατάσταση βελτιωθεί ύστερα από θεραπεία με αντικαταθλιπτικά.
Μια άλλη βιολογική ανωμαλία που εντοπίστηκε στην κατάθλιψη είναι η υπερδραστηριότητα του άξονα υποθάλαμος - υπόφυση - επινεφρίδια, όπως φαίνεται από μια αύξηση της κορτιζόλης στο πλάσμα ή στα ούρα. Το τεστ καταστολής της δεξαμεθαζόλης χρησιμοποιείται τώρα πλατιά σαν ένα βιολογικό τεστ στη διάγνωση της κατάθλιψης. Η βιολογική έρευνα στο τομέα της παιδικής κατάθλιψης άρχισε σχετικά πρόσφατα και τα αποτελέσματα δεν είναι ακόμα ολοκληρωμένα. Πάντως ο Puig-Antich, το 1980, βρήκε αυξημένα επίπεδα κορτιζόλης στο 50% περίπου των παιδίων που είχαν διαγνωστεί ως καταθλιπτικά. Με τον ίδιο τρόπο, η Poznaski, to 1982, ανακάλυψε πολλές περιπτώσεις με θετικό τεστ καταστολής της δεξαμεθανόζης και Cytryn και McKnew, το1980, ανίχνευσαν στατιστικά χαμηλά επίπεδα M.H.P.G. στα ούρα παιδιών που υπέφεραν από κατάθλιψη. Οι παραπάνω ερευνητές είναι αισιόδοξοι ότι σύντομα θα είναι δυνατή η ανίχνευση της κατάθλιψης ή της καταθλιπτικής τάσης στα παιδιά.
Η παρουσία βιοχημικών και ενδοκρινικών διαταραχών σε καταθλιπτικά παιδιά δεν αποδεικνύει απαραίτητα ότι η αιτιολογία της κατάθλιψης είναι αποκλειστικά γενετική. Ο Mandel το 1976 ανέπτυξε μια θεωρία που παίρνει υπόψη τον παράγοντα εμπειρία. Συγκεκριμένα υποστηρίζει ότι σοβαρές καταστάσεις στρες στη νηπιακή ηλικία προκαλούν εξάντληση των μονοαμινών-μεταβιβαστών στον εγκέφαλο, πράγμα που, αν επαναληφθεί ή συνεχιστεί για μακρόχρονες περιόδους, μπορεί να αλλοιώσει σοβαρά τον μεταβολισμό του εγκεφάλου με αποτέλεσμα να τον καταστήσει μόνιμα ευπαθή. Στα παιδιά που έχουν αποκτήσει αυτή την ευαισθησία, διάφοροι πυροδοτικοί μηχανισμοί, όπως ένα στρες ή μια απώλεια, μπορούν να προκαλέσουν μια ελάττωση στους νευρομεταβιβαστές μέσα από ένα νευροφυσιολογικό μηχανισμό σχεδόν όμοιο μ’ εκείνο της γενετικά μεταφερόμενης αρρώστιας.

Ψυχοδυναμικές και κοινωνιογνωστικές υποθέσεις

Το παιδί έρχεται στον κόσμο οπλισμένο με την ικανότητα να εκφράζει βασικές συναισθηματικές καταστάσεις και να επικοινωνεί με την μητέρα του για τις ανάγκες του. Η μητέρα διαβάζει αυτά τα μηνύματα και ανταποκρίνεται με τρόπους που έχουν σαν αποτέλεσμα εμπειρίες είτε ευχάριστες και επιβραβευτικές είτε δυσάρεστες και στερητικές. Αυτές οι εμπειρίες γίνονται η συναισθηματική μνήμη του παιδιού και, ταυτόχρονα, σχηματίζουν τον πρώτο πυρήνα απεικόνισης του εαυτού και του αντικειμένου. Όταν υπερισχύουν οι δυσάρεστες στερητικές εμπειρίες, η αίσθηση του εαυτού που αναπτύσσεται περιλαμβάνει στοιχεία κακίας και αναξιότητας. Παράλληλα, αισθήματα θλίψης και ανησυχίας αρχίζουν σταδιακά να κυριαρχούν, ενώ η χαρά, το ενδιαφέρον και η περιέργεια βιώνονται όλο και λιγότερο. Φυσικά, αυτές οι πρώιμες αρνητικές συναισθηματικές εμπειρίες μπορεί να τροποποιηθούν αν, σε κατοπινά στάδια, οι σχέσεις μητέρας - παιδιού και πατέρα - παιδιού προσφέρουν στο παιδί ευκαιρίες για ευχαρίστηση και ικανοποίηση. Στην περίπτωση, όμως, που η οικογένεια και ο κοινωνικός περίγυρος δεν προσφέρουν αυτές τις εμπειρίες ή έστω την ευκαιρία στο παιδί να αναπτύξει αυτοπεποίθηση και να ικανοποιηθεί μέσα από τις δικές του πρωτοβουλίες, το παιδί μαθαίνει να εσωτερικεύει την ανικανότητα και την απελπισία. Επαναλαμβανόμενες εμπειρίες ανικανότητας, σωματικής, ψυχικής και γνωστικής στέρησης, καθώς και έλλειψη ευκαιριών που θα επέτρεπαν το παιδί να κατακτήσει την επιτυχία και την περηφάνια, γίνονται ο καταθλιπτικός πυρήνας της προσωπικότητας.
Σ' αυτό το σημείο θα πρέπει να αναφερθούμε στην απώλεια. Οι Sandler και Joffe, το1965, υπογράμμισαν ότι στην νηπιακή ηλικία η απώλεια ενός αντικειμένου δεν βιώνεται αρνητικά για την απώλεια αυτή καθαυτή του αντικειμένου αλλά, μάλλον, για την απώλεια της ψυχοσωματικής ευεξίας που πρόσφερε το αντικείμενο αυτό. Αργότερα, φυσικά, στην παιδική ηλικία, η απώλεια του αντικειμένου βιώνεται σαν ένα σοβαρό τραύμα αλλά αν το αντικείμενο αποκατασταθεί σωστά, το παιδί, ύστερα από μια περίοδο θλίψης, δεν βιώνει κατάθλιψη. Πάντως είναι πιθανό ότι οι χωρισμοί και οι επαναλαμβανόμενες απειλές για την απώλεια του αντικειμένου είναι το ίδιο παθογενείς, όσο και η απώλεια αυτή καθαυτή.


ΘΕΡΑΠΕΙΑ

Η ψυχοθεραπεία (ανατομική και οικογενειακή θεραπεία) και οι παρεμβάσεις στον περίγυρο, που στοχεύουν να βοηθήσουν το παιδί να αποκτήσει αυτοπεποίθηση, αυτοεκτίμηση και περηφάνια, αποτελούν σημαντικά στοιχεία της θεραπείας, παρ' όλα αυτά στο θέμα της χορήγησης φαρμάκων υπάρχουν σοβαρές διαφωνίες. Πολλοί υποστηρίζουν ότι η χορήγηση αντικαταθλιπτικών στα παιδιά δε δικαιολογείται, γιατί οι κύριες συναισθηματικές διαταραχές, που αποτελούν τη μοναδική ένδειξη για τη χορήγηση αυτών των φαρμάκων, δε παρουσιάζονται κλινικά παρά στο τέλος της εφηβείας. Επιπλέον η κατανάλωση αντικαταθλιπτικών από το παιδί του επιτείνει την αίσθηση ότι είναι «άρρωστο» και ανίκανο, ενώ παράλληλα μεγαλώνει την αντίσταση των παιδιών στο να αποδεχτούν την ευθύνη και να αλλάξουν τη στάση τους απέναντι στο παιδί. ’λλοι υποστηρίζουν ότι τα ευρήματα πρόσφατων ερευνών δείχνουν ότι ορισμένα παιδιά με γονείς που υποφέρουν από σοβαρές ψυχικές διαταραχές παρουσιάζουν προδρομικά συμπτώματα και ότι αυτά τα παιδιά πρέπει να υποβληθούν σε φαρμακοθεραπεία. Θα πρέπει να τονίσουμε ότι η χρήση αντικαταθλιπτικών περιορίζεται, προς το παρόν, στην έρευνα και ότι οι περισσότεροι γιατροί αντιμετωπίζουν την κατάσταση με παρεμβάσεις σε ψυχολογικό και περιβαλλοντικό επίπεδο.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

1.Η κατάθλιψη σήμερα. Γιώργος Κλεφτάρας. Αθήνα 1998.
2.Σύγχρονα θέματα παιδοψυχιατρικής. Δεύτερος τόμος. Δεύτερο μέρος. Εκδόσεις Καστανιώτη. 2001.
3.Πρακτική παιδιατρική. Νοσήματα, πρόληψη, θεραπεία. Χρήστος Δ.Μάσιμος.
4.www.google.gr