Φόρτωση ...

ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΑΝΑΤΟΜΙΑΣ ΤΩΝ ΝΕΦΡΩΝ ΚΑΙ ΤΗΣ ΟΥΡΟΔΟΧΟΥ ΚΥΣΤΗΣ

Τ.Ε.Ι ΛΑΡΙΣΑΣ
ΤΜΗΜΑ ΝΟΣΗΛΕΥΤΙΚΗΣ

ΘΕΜΑ: ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΑΝΑΤΟΜΙΑΣ ΤΩΝ ΝΕΦΡΩΝ ΚΑΙ ΤΗΣ ΟΥΡΟΔΟΧΟΥ ΚΥΣΤΗΣ



ΧΑΛΑΤΣΑΚΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ

ΕΡΓΑΣΙΑ ΣΤΗΝ ΑΝΑΤΟΜΙΑ

ΛΑΡΙΣΑ 2004


ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Οι νεφροί είναι ζωτικά όργανα που εξασφαλίζουν την αποβολή των άχρηστων προϊόντων της ανταλλαγής της ύλης. Ρυθμίζουν όμως και άλλες σημαντικές λειτουργίες του σώματος, όπως: 1) διατήρηση της ισορροπίας ύδατος και ηλεκτρολυτών, 2) διατήρηση της ωσμωτικότητας του πλάσματος και των άλλων υγρών του σώματος, 3) διατήρηση της οξεοβασικής ισορροπίας, 4) διαφύλαξη ορισμένων απαραίτητων ουσιών, όπως: γλυκόζης, αμινοξέων, πρωτεϊνών, κ.λ.π., 5) άσκηση ορμονικής δράσεως (με τη ρενίνη, ερυθροποιητίνη, κλπ.) και ορισμένων μεταβολικών διεργασιών (διάσπαση πεπτιδίων, μετατροπή οργανικών οξέων, κλπ).
Οι νεφροί δηλαδή αποτελούν ένα πρωταρχικό όργανο ελέγχου και ισορροπίας του εσωτερικού περιβάλλοντος γεγονός που έχει ιδιαίτερη σημασία στην προσαρμογή αλλά και την επιβίωση του ατόμου στις ποίκιλες μορφές του εξωτερικού περιβάλλοντος.
Συνοπτικά μπορεί να λεχθεί ότι οι νεφροί εξασφαλίζουν αυτό που έχει αποκληθεί από το Claude Bernard «εσωτερικό περιβάλλον», που είναι απαραίτητο για τη λειτουργία των κυττάρων, είναι δηλαδή ουσιώδες όργανο της ομοιοστάσεως.



1. ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΑΝΑΤΟΜΙΑΣ ΝΕΦΡΩΝ

Οι νεφροί, περιβαλλόμενοι από ινώδη κάψα, βρίσκονται στον οπισθοπεριτοναϊκό χώρο στα πλάγια της οσφυϊκής μοίρας της σπονδυλικής στήλης, εκατέρωθεν του μείζονος ψοϊτου και της κοιλιακής αορτής (Εικόνα 2). Εκτείνονται συνήθως από το 12ο θωρακικό μέχρι το 3ο οσφυϊκό σπόνδυλο, με το δεξιό νεφρό να βρίσκεται χαμηλότερα από τον αριστερό. Αντιστοιχούν συνήθως σε έκταση 3,5 σπονδύλων. Οι διαστάσεις του νεφρού είναι (μήκος x πλάτος x πάχος) 11 x 6 x 3 cm και το βάρος τους στους άνδρες είναι περίπου 150 gr και στις γυναίκες 135 gr.
Έχουν σχήμα φασολιού με δύο επιφάνειες (την πρόσθια και την οπίσθια), δυο χείλη (το έξω και το έσω) και δυο πόλους (τον άνω και κάτω). Οι άνω πόλοι συγκλίνουν προς τη μέση γραμμή παρουσιάζοντας περιστροφή γύρω από τον επιμήκη άξονά τους, ώστε το έσω χείλος φέρεται προς τα εμπρός και έσω και το έξω χείλος προς τα πίσω και έξω.
Στο μέσον του έσω χείλους είναι οι πύλες του νεφρού, όπου βρίσκονται η νεφρική φλέβα (μπροστά), η νεφρική αρτηρία (βαθύτερα και ψηλότερα), η νεφρική πύελος (βαθύτερα), τα λεμφαγγεία και τα νεύρα, μέσα σε χαλαρό λιπώδη ιστό.
Ο νεφρός σε διατομή διακρίνεται σε δυο μοίρες, τη φλοιώδη εξωτερικά και μυελώδη εσωτερικά. Η φλοιώδης με κοκκιώδη όψη είναι καστανέρυθρη, έχει πάχος περίπου 1 cm και εμπεριέχει πλήθος από ερυθρά στίγματα, που αντιστοιχούν στα νεφρικά σωμάτια και άφθονα σωληνάρια (εσπειραμένα και εμβόλιμα).


(Εικόνα 2. θέση των νεφρών σε σχέση με τα υπόλοιπα ανατομικά μόρια)

Η μυελώδης μοίρα με γραμμωτή όψη είναι υπότεφρη, αποτελούμενη από 8-18 κωνοειδείς περιοχές, που ονομάζονται ωεφρικές πυραμίδες διατεταγμένες σε τρεις επιμήκεις παράλληλες σειρές με βάση προς τη φλοιώδη ουσία και την κορυφή προς τη νεφρική πύελο. Η κορυφή λέγεται θηλή και γύρω από αυτή προσφύεται ένας «ελάσσων» κάλυκας. Στη θηλή υπάρχουν 12-30 τρήματα (ηθμοειδής άλως) που παριστάνουν τις εκβολές των αθροιστικών σωληναρίων. Οι πυραμίδες μαζί με τη φλοιώδη μοίρα που τους περιβάλλει αποτελούν τους νεφρικούς λοβούς, οι οποίοι ανέρχονται σε 14 σε κάθε νεφρό. Κάθε μυελώδης ακτίνα με τη φλοιώδη ουσία που την περιβάλλει αποτελεί ένα νεφρικό λόβιο, τα οποία αναγνωρίζονται μόνο από τις μυελώδεις ακτίνες που βρίσκονται στο κέντρο τους. Η μεσολόβιος αρτηρία που έχει την ίδια κατεύθυνση με τη μυελώδη ακτίνα βρίσκεται μεταξύ των νεφρικών λοβίων.
Στη μυελώδη ουσία ανευρίσκονται τα ευθέα σωληνάρια, οι εκφορητικοί πόροι και πολλά ευθέα αγγεία. Διακρίνεται σε δυο μοίρες, την έξω μοίρα (που υποδιαιρείται σε δυο ζώνες, την έξω και την έσω) και την έσω μοίρα που είναι συνώνυμη με τη θηλή.

2. ΑΙΜΑΤΩΣΗ ΚΑΙ ΑΓΓΕΙΑ ΤΟΥ ΝΕΦΡΟΥ



Η νεφρική παροχή αίματος αποτελεί το 25% της καρδιακής παροχής και ανέρχεται σε 1.300 mL/min (με Ht = 45%). Το 90% αυτής της αιματικής παροχής προορίζεται για τη φλοιώδη μοίρα.
Κάθε νεφρός αιματώνεται φυσιολογικά από τη νεφρική αρτηρία, η οποία εκφύεται από την κοιλιακή αορτή στο ύψος του 2ου οσφυϊκού σπονδύλου και ένα εκατοστό κάτω από την έκφυση της μεσεντερίου αρτηρίας. Η δεξιά νεφρική αρτηρία εκφύεται λίγο πιο κάτω από την αριστερή και κατά τη διαδρομή της διασταυρώνεται με την κάτω κοίλη, ενώ συγχρόνως έρχεται σε επαφή με τη νεφρική φλέβα. Στην πύλη του νεφρού η νεφρική αρτηρία διαιρείται σε δυο κλάδους, τον πρόσθιο και τον οπίσθιο. Αυτοί διακλαδίζονται μέσα στο νεφρό σε μικρότερους κλάδους, ο πρόσθιος σε τρεις τμηματικούς, των άνω, που περνά πάνω από τον άνω μείζονα κάλυκα για το άνω τμήμα του νεφρού, το μέσο, για το μέσο τμήμα, και τον κάτω, που περνά πάνω από τον κάτω μείζονα κάλυκα για το κάτω τμήμα. Το κορυφαίο τμήμα του νεφρού αρδεύεται συνήθως (υπάρχουν συχνά παραλλαγές) από κλάδο της άνω τμηματικής αρτηρίας. Δεν υπάρχουν ενδείξεις παράπλευρης κυκλοφορίας μεταξύ των τμηματικών αρτηριών.



Οι νεφρικές αρτηρίες συχνά είναι πολλαπλές, ώστε ένας στους τέσσερις εξεταζόμενους έχει περισσότερες από μια νεφρικές αρτηρίες σε κάθε νεφρό. Οι υπεράριθμες αρτηρίες είναι μικροί κλάδοι που εκφύονται από την αορτή και αιματώνουν τους πόλους των νεφρών. Οι μικρές αυτές αρτηρίες έχουν μεγάλη κλινική σημασία, γιατί ευθύνονται για την εκδήλωση υπέρτασης λόγω στένωσης της νεφρικής αρτηρίας. Ο νεφρός είναι δυνατό να παίρνει αίμα και από άλλες υπεράριθμες αρτηρίες που εκφύονται από την άνω μεσεντέριο, την επινεφριδιακή, την ορχική ή την ωοθηκική αρτηρία, η κλινική σημασία των οποίων συνιστάται στο ότι η αποκλίνωσή τους οδηγεί σε νάρκωση του τμήματος του νεφρού που αιματώνουν.
Μέσα στο νεφρό οι αρτηρίες διακλαδίζονται και πορεύονται αρχικά μεταξύ των πυραμίδων κατά μήκος των στύλων του Bertini ονομαζόμενες μεσολόβιες αρτηρίες και μετά κάμπτονται τοξοειδώς στο όριο φλοιώδους και μυελώδους μοίρας, κατά μήκος των βάσεων των πυραμίδων (τοξοειδής αρτηρίες). Από τις τοξοειδείς αρτηρίες εκπορεύονται οι μεσολοβίδιες αρτηρίες, που έχουν την ίδια κατεύθυνση με τις μυελώδεις ακτίνες μέχρι τον ινώδη χιτώνα του νεφρού.
Οι μεσολοβίδιες αρτηρίες μπορεί να διχοτομούνται, προτού συνεχίσουν την πορεία τους. Από τις μεσολοβίδιες αρτηρίες εκπορεύονται τα προσαγωγά αρτηρίδια, ένα για κάθε νεφρικό σωμάτιο. Κάθε προσαγωγό αρτηρίδιο στο νεφρικό σωμάτιο αποσχίζεται σε μικρότερους κλάδους, που δίνουν 20-40 τριχοειδή του σπειράματος και που τελικά ενώνονται και σχηματίζουν τα απαγωγά αρτηρίδια. Αυτά απάγουν το ποσό του πλάσματος που δεν διηθείται στα τριχοειδή του σπειράματος και εισέρχεται στα μετασπειραματικά τριχοειδή που σχηματίζουν πυκνό δίκτυο τριχοειδών γύρω από τα εσπειραμένα σωληνάρια.
Το απαγωγό αρτηρίδιο στο φλοιό (από τα επιφανειακά νεφρικά σωμάτια) αποσχίζεται σ' ένα πλέγμα τριχοειδών, που περιβάλλουν τα ουροφόρα σωληνάρια των νεφρώνων της φλοιώδους ουσίας (περισωληναριακό αγγειακό πλέγμα), μέσω του οποίου το αίμα τροφοδοτεί το διάμεσο χώρο γύρω από τα εγγύς, τα άπω εσπειραμένα και τα αθροιστικά σωληνάρια του φλοιού. Τα απαγωγά αρτηρίδια των παραμυελικών σπειραμάτων έχουν ευρύτερο αυλό, είναι μακρύτερα από τα αντίστοιχα επιφανειακά και στη διαδρομή τους προς το μυελό σχηματίζουν αγγειακές δεσμίδες χωρίς αναστομώσεις με το περισωληναριακό πλέγμα.
Στην έξω στιβάδα του μυελού διαιρούνται στα ευθέα αρτηρίδια, τα οποία στη συνέχεια χωρίζονται σε τριχοειδή που σχηματίζουν ένα λεπτό πλέγμα στην έξω στιβάδα και ένα μακρύ δίκτυο στην έσω στιβάδα του μυελού(Εικόνα 3). Τα ευθέα αρτηρίδια γυρίζουν επίσης πίσω σαν ευθέα φλεβίδια που εκβάλλουν στις τοξοειδείς φλέβες.
Ενώ στον επιπολής φλοιό η αγγείωση των εσπειραμένων σωληναρίων γίνεται άμεσα από τα απαγωγά αρτηρίδια που προέρχονται από τα νεφρικά σπειράματα, τα ευθέα τμήματα σωληναρίων αγγειώνονται από κατώτερα απαγωγά αρτηρίδια. Η αιμάτωση της μυελώδους μοίρας και των θηλών γίνεται από θυσάνους ευθέων αρτηριδίων, που ξεκινούν από τα απαγωγά αρτηρίδια των σπειραμάτων και οπό τις τοξοειδείς αρτηρίες. Από εκεί θα ξεκινήσει το φλεβικό δίκτυο, το οποίο ακολουθώντας πορεία αντίθετη από εκείνη των αρτηριών,θα απάγει το αίμα από το νεφρό, ενώ οι ενδονεφρικές φλέβες συνοδεύουν τις αντίστοιχες αρτηρίες σε όλη τους τη διαδρομή (Εικόνα 3). Το φλεβικό σύστημα του φλοιού και του μυελού αποχετεύεται στις τοξοειδείς φλέβες, οι οποίες σε αντίθεση με τις αντίστοιχες αρτηρίες, σχηματίζουν αναστομώσεις στη φλοιώδη περιοχή.
Στο φλοιό οι μεσολοβίδιες φλέβες (γλοιώδεις ακτινοειδείς) διακρίνονται σε δυο τύπους, από τους οποίους ο πρώτος με μικρό αριθμό φλεβών, ξεκινάει από τις αστεροειδείς φλέβες της επιφάνειας του φλοιού και παροχετεύοντας το μεγαλύτερο μέρος του φλοιού καταλήγουν στις τοξοειδείς φλέβες ανήκουν στον δεύτερο τύπο, ο οποίος παροχετεύει το πλέγμα των περισωληναριακών τριχοειδών και με την ίδια πορεία καταλήγει στις τοξοειδείς φλέβες. Οι τοξοειδείς φλέβες εγκαταλείπουν το παρέγχυμα ακολουθώντας την πορεία των αντίστοιχων αρτηριών για να ενωθούν με τις μεσοφλέβιες φλέβες, οι οποίες ακολουθώντας την πορεία των αρτηριών ενώνονται με σχηματισμό μεγαλύτερων φλεβικών στελεχών στο επίπεδο της πυέλου και τελική κατάληξη το σχηματισμό της νεφρικής φλέβας, στην πύλη του νεφρού. Η αριστερή νεφρική φλέβα είναι αρκετά μεγαλύτερη σε μήκος από την δεξιά και εκβάλλει στη κάτω κοίλη σε ελαφρά υψηλότερο επίπεδο. Η δεξιά νεφρική φλέβα είναι δυνατό να συμβάλει στη δημιουργία της αζύγου φλέβας, ενώ μετά από μικρή πορεία περίπου 2,95 cm συναντά την κάτω κοίλη (Εικόνα 2).
Βλέπουμε λοιπόν ότι η νεφρική κυκλοφορία εμφανίζει ιδιαίτερα χαρακτηριστικά με την ανάπτυξη δυο διαφορετικών δικτύων τριχοειδών, των σπειραματικών και των περισωληναριακών. Σε αντίθεση με το αρτηριακό δίκτυο που περιλαμβάνει τελικές αρτηρίες, οι νεφρικές φλέβες αναπτύσσουν ένα πολύ ικανό αποχετευτικό δίκτυο με πολλές προστατευτικές δικλείδες - αναστομώσεις μεταξύ των νεφρικών και τμηματικών φλεβών, καθώς και με το σύστημα της αζύγου και της κάτω κοίλης φλέβας. Το πολύπλοκο αγγειακό δίκτυο δείχνει και την δραστηριότητα του νεφρικού παρεγχύματος.
Λεμφικά τριχοειδή βρίσκονται γύρω από τα απαγωγά αρτηρίδια και εκβάλλουν σε βαθύτερα λεμφικά αγγεία, που συνοδεύουν τις μεσολοβίδιες, τοξοειδείς και τμηματικές φλέβες. Το τοίχωμα έχει ενδοθήλιο χωρίς πόρους και δεν παρατηρείται βασική μεμβράνη.
Όσον αφορά στα νεύρα του νεφρού, αυτά προέρχονται από το νεφρικό πλέγμα, που συνοδεύει την κοιλιακή αρτηρία και αποτελεί προεκβολή του κοιλιακού πλέγματος, που σχηματίζεται από κλάδους του πνευμονογαστρικού και του συμπαθητικού. Η διαδρομή των νευρικών ινών αντιστοιχεί γενικά στη διαδρομή των αρτηριών, ενώ αναγνωρίζονται νευρικές απολήξεις μέσα στις λείες μυϊκές ίνες των διακλαδώσεων του αγγειακού δένδρου. Νεύρα δέχονται επίσης πολλά ουροφόρα σωληνάρια καθώς και η παρασπειραματική συσκευή.

3. ΔΟΜΗ ΤΟΥ ΝΕΦΡΟΥ

Η ανατομική και λειτουργική μονάδα του νεφρού είναι ο νεφρώνας, που αποτελείται από το νεφρικό σωμάτιο (αγγειώδες σπείραμα και κάψα του Bowman), το εγγύς εσπειραμένο σωληνάριο (Α' τάξης), την αγκύλη του Henle, το άπω εσπειραμένο σωληνάριο (Β' τάξης, εμβόλιμο) και το αθροιστικό σωληνάριο(Εικόνα 3).
Ο αριθμός των νεφρώνων σε κάθε φυσιολογικό νεφρό ανέρχεται σε 700.000 με 1,2 εκατομμύρια. Το μήκος των ουροφόρων σωληναρίων είναι περίπου 5,5 cm και με βάση το βάθος στον μυελό που φτάνει η αγκύλη του Henle οι νεφρώνες διαιρούνται σε βραχείς και μακρούς (Εικόνα 3). Οι βραχείς νεφρώνες είναι 7 φορές περισσότεροι και τα σωληνάρια του Henle γυρίζουν πίσω μέσα στην έσω στιβάδα της έξω μυελικής μοίρας, ενώ οι παραμυελικοί νεφρώνες έχουν μακρύτερα σωληνάρια.
Οι επιφανειακοί νεφρώνες έχουν βραχεία αγκύλη Henle και απαγωγά αρτηρίδια που καταδύονται μέχρι το μυελό σχηματίζοντας πλούσιο περισωληναριακό πλέγμα. Οι φλοιομυελικοί νεφρώνες έχουν μεγάλες αγκύλες Henle και απαγωγά αρτηρίδια που κατερχόμενα διαιρούνται σχηματίζοντας τα κατιόντα ευθέα αγγεία, που αιματώνουν την μυελώδη μοίρα. Το διαφορετικό μήκος των αγκυλών παίζει ρόλο στην συμπύκνωση των ούρων, εφόσον σύμφωνα με την υπόθεση του αντιρρεύματος η αγκύλη Henle δρα σαν πολλαπλασιαστής αντιρρεύματος που δημιουργεί την διαφορά της ωσμωτικής πίεσης μεταξύ του μυελού και του φλοιού.
Το σπείραμα είναι ένα σφαιρικό άθροισμα εξειδικευμένων και αναστομούμενων μεταξύ των τριχοειδών αγγείων με λοβώδη αρχιτεκτονική, που περιβάλλονται από την κάψα του Bowman, καταλαμβάνοντας τον αντίστοιχο χώρο. Ο αγγειακός αυτός θύσανος των τριχοειδικών αγκύλων προέρχεται από το προσαγωγό και καταλήγει στο απαγωγό αρτηρίδιο. Τα νεφρικά σωμάτια έχουν διάμετρο 150-250 μ.
Το σπείραμα φαίνεται σαν να κρέμεται από ένα αγγειακό πόλο, ενώ το μέρος όπου το προσαγωγό αρτηρίδιο διακλαδίζεται και ενώνονται εκ νέου για τον σχηματισμό του απαγωγού μπορεί να θεωρηθεί ως ο αγγειακός μίσχος. Αντίθετα ο ουρικός πόλος βρίσκεται απέναντι από τον αγγειακό πόλο και αντιστοιχεί στη θέση έκφυσης του εγγύς εσπειραμένου σωληναρίου.
Τα προσαγωγά αρτηρίδια κατά την είσοδό τους στην κάψα του Bowman διαιρούνται σε 6-8 κύριους κλάδους τριχοειδών, ο κάθε ένας από τους οποίους αναπτύσσει ένα δίκτυο τριχοειδών (σπειραματικό λόβιο) που κατευθύνονται στον ουρικό πόλο για να επιστρέψουν στην συνέχεια στον αγγειακό οπού συνενούμενα με τα τριχοειδή των άλλων λοβίων σχηματίζουν τους κύριους κλάδους του απαγωγού και στη συνέχεια το απαγωγό αρτηρίδιο. Ενώ δεν υπάρχουν αναστομώσεις μεταξύ προσαγωγού και απαγωγού αρτηριδίου στο ίδιο λόβιο, αυτές απαντούν στον αγγειακό πόλο μεταξύ διαφορετικών λοβίων, ώστε ο διαχωρισμός σε λόβια να μην είναι απόλυτος.
Η συνολική διάμετρος των προσαγωγών αρτηριδίων είναι μεγαλύτερη περίπου δυο φορές από τη διάμετρο των απαγωγών, αλλά πιθανότατα ο αυλός είναι περίπου ο ίδιος. Επίσης το προσαγωγό αρτηρίδιο έχει παχύτερο τοίχωμα.



Το σπείραμα σαν αγγειοεπιθηλιακό όργανο αποτελείται από αγγειακά και επιθηλιακά κύτταρα με το μεσάγγειο να περιβάλλει και να στηρίζει τα ενδοσπειραματικά τριχοειδή (Εικόνα 5). Το επιθήλιο αποτελείται από δυο πέταλα, το σπειραματικό επιθήλιο ή περισπλάχνιο πέταλο της κάψας του Bowman που επεκτείνεται σ΄ όλα τα τριχοειδή και το οποίο στον αγγειακό πόλο μαζί με τη βασική μεμβράνη των τριχοειδών μεταπίπτει στο τοιχωματικό (περίτονο) επιθήλιο ή επιθήλιο της κάψας του Bowman που επαλείφει την κάψα, το οποίο στον ουρικό πόλο συνεχίζεται ως επιθήλιο του εγγύς εσπειραμένου σωληναρίου. Σε μερικές νεφροπάθειες η υπερπλασία αυτών των κυττάρων πληροί και εξαφανίζει την κοιλότητα, ώστε να αναστέλλεται η λειτουργία του σπειράματος.
Ο χώρος μεταξύ των δυο πετάλων λέγεται ουροφόρος κοιλότητα υποδέχεται το πρόουρο ή αρχικό διήθημα και συγκοινωνεί με τον αυλό του εγγύς εσπειραμένου σωληναρίου.
Το επιθήλιο καλύπτει όλες τις ελεύθερες επιφάνειες των τριχοειδών, αλλά μερικές περιοχές τις αφήνει ακάλυπτες και η βασική μεμβράνη, που προέρχεται από το επιθήλιο, δεν καλύπτει τελείως το τριχοειδές. Στήριξη σ΄ αυτά τα ¨αδύνατα¨ σημεία παρέχει το μεσάγγειο που αποτελείται από τα μεσαγγειακά κύτταρα και από μια όμορφη ουσία τη μεσαγγειακή ουσία, που παράγεται από αυτά και έχει σύσταση παρόμοια με τη σύσταση της βασικής μεμβράνης.

4. ΟΥΡΟΔΟΧΟΣ ΚΥΣΤΗ

Η ουροδόχος κύστη βρίσκεται στον εξωπεριτοναϊκό χώρο, καλύπτεται όμως εν μέρει από την κινητή πρόσθια ανακαμπτήρια πτυχή του περιτοναίου. Ανάλογα με την κατάσταση πληρότητας της κύστης η περιτοναϊκή αυτή πτυχή παρεκτοπίζεται είτε προς τον ομφαλό, είτε προς την ηβική σύμφυση. Σε μέγιστη πλήρωση (κατακράτηση ούρων) απελευθερώνεται πάνω από την ηβική σύμφυση μια πλατιά λωρίδα του τοιχώματος της κύστης, ώστε να γίνεται δυνατή η τυφλή παρακέντηση της κύστης, χωρίς κίνδυνο τραυματισμού του περιτοναίου(Εικόνα 10).
Η λειτουργία της κύστης ως δεξαμενής επιτυγχάνεται με τη βοήθεια ενός πολύπλοκου συστήματος μυών σύγκλεισης. Οι μυϊκοί χιτώνες της κύστης διαχωρίζονται στο σημείο του στομίου της σε τρεις στιβάδες. Η εξωτερική στιβάδα διατρέχει με τη μορφή διπλής σπείρας ως εξωτερική μυϊκή στιβάδα της ουρήθρας προς τον πυθμένα της κύστης (ουρογεννητικό διάφραγμα) και από εκεί επιστρέφει πάλι στον αυχένα. Η μέση στιβάδα του κυστικού μυός καταλήγει στον αυχένα της με τη μορφή πλάκας, που αποτελείται από δέσμες μυϊκών ινών, διατεταγμένες συγκεντρικά, γύρω από τον αυχένα. Η εσωτερική μυϊκή στιβάδα ξεπερνάει τον αυχένα και συνεχίζεται ως επιμήκης έσω μυϊκή στιβάδα της ουρήθρας, καταλήγει δε στο σπερματικό λοφίδιο. Οι λείες αυτές μυϊκές στιβάδες, που νευρώνονται από το φυτικό σύστημα, σχηματίζουν τον έσω σφιγκτήρα της ουρήθρας.
Ο έξω σφιγκτήρας της ουρήθρας, που σχηματίζεται από γραμμωτές μυϊκές ίνες, αποτελείται από δυο τμήματα. Το πρώτο τμήμα περιβάλλει την ουρήθρα ως γνήσιος δακτυλιοειδής μυϊκός σφιγκτήρας στο ύψος της μεμβρανώδους μοίρας και έτσι βρίσκεται στον πυθμένα της πυέλου. Το δεύτερο τμήμα αποτελείται από δέσμες μυϊκών ινών, οι οποίες ανεβαίνουν κάθετα μέχρι μέσα στον αυχένα της κύστης και κατ΄ αυτό τον τρόπο περιβάλλουν σαν μανδύας το περιφερικό τμήμα της οπίσθιας ουρήθρας. Οι γραμμωτές αυτές μυϊκές ίνες έρχονται σε επαφή με τις λείες μυϊκές ίνες της έξω κυκλικής μυϊκής στιβάδας της ουρήθρας, μέσω εξαιρετικά λεπτών συνδέσεων, οι οποίες μικροσκοπικός έχουν τη μορφή ταινιωδών ζωνών από κολλαγόνο συνδετικό ιστό. Οι λείοι και γεμμωτοί σχηματισμοί μυϊκών ινών συμμετέχουν στο σχηματισμό της κάψας του προστάτη (Εικόνα 7).



Ο μυϊκός χιτώνας της ουροδόχου κύστης εμφανίζει ιδιαίτερη δομή, η οποία είναι χαρακτηριστική για το κοίλο αυτό όργανο που εκτελεί χρέη δεξαμενής με άλλοτε άλλου βαθμού πλήρωση. Οι διάφορες στοιβάδες του σφιγκτήρα μυός της κύστης διαχωρίζονται σαφώς στην περιοχή του αυχένα.
Ο προστάτης βρίσκεται συνεπώς ανάμεσα στην έξω σπειροειδή και την έσω επιμήκη μυϊκή στιβάδα της ουρήθρας. Νέες έρευνες έχουν δείξει ότι τόσο για το κλείσιμο όσο και για το άνοιγμα της οπίσθιας ουρήθρας έχει αποφασιστική σημασία ή λεία μυϊκή στιβάδα που ελέγχεται από το φυτικό σύστημα.



Η συγκράτηση των ούρων επιτυγχάνεται από το σύστημα των λείων μυϊκών ινών της οπίσθιας ουρήθρας, που νευρώνεται από το αυτόνομο νευρικό σύστημα. Ο προστάτης βρίσκεται μεταξύ της έσω και της έξω λείας μυϊκής στιβάδας της ουρήθρας.
Τοπογραφικά διακρίνουμε στην ουροδόχο κύστη, τον πυθμένα, το θόλο που βρίσκεται προς τα πίσω, την κορυφή και τα πλάγια τοιχώματα. Ο χώρος μεταξύ των δυο ουρητηρικών στομίων και του έσω στομίου της ουρήθρας, λέγεται κυστικό τρίγωνο.
Η ανατομική περιοχή που περιλαμβάνεται μεταξύ έσω και έξω σφιγκτήρα της κύστης και της οπίσθιας ουρήθρας με το σπερματικό λοφίδιο και τα στόμια των εκφοτητικών πόρων του προστάτη και των σπερματοδόχων κυστών λέγεται ουρογεννητική οριακή περιοχή.
Για όλες τις παθήσεις της κύστης, της ουρήθρας και των γεννητικών οργάνων η περιοχή αυτή έχει την ίδια σημασία που έχει η πυελονεφρική οριακή περιοχή για τις παθήσεις των νεφρών και των ανωτέρων ουροφόρων οδών. Στην περιοχή της οπίσθιας ουρήθρας εκβάλλουν τα κοίλα συστήματα της ουροποιητικής συσκευής και των ανδρικών γεννητικών οργάνων, σε ένα κοινό αγωγό, ο οποίος χρησιμεύει εναλλασσόμενα για μεταφορά των τελικών προϊόντων του μεταβολισμού και για τη μεταφορά του σημαντικότατου για τη γονιμοποίηση σπέρματος. Με τη διττή αυτή φυσιολογική λειτουργία και τις άφθονες κοινές αγγειακές και λεμφικές συνδέσεις γίνεται κατανοητός ο συχνός συνδυασμός των παθολογικών αλλοιώσεων των κατωτέρων ουροφόρων οδών και των γεννητικών οργάνων. Οι επιδιδυμίτικες ξεκινούν τις περισσότερες φορές από την οπίσθια ουρήθρα. Παθήσεις του προστάτη και των σπερματοδόχων κυστών επηρεάζουν δευτεροπαθώς το ουροποιητικό σύστημα. Κατά την προγεραντική ηλικία του άνδρα αναπτύσσεται στον ιστό, που επενδύει την προστατική μοίρα της ουρήθρας, ένα καλοήθες αδένωμα, μια από τις συχνότατες ουρολογικές παθήσεις, το αδένωμα του προστάτη.
Η ουροδόχος κύστη αποτελεί δεξαμενή, μέσα στην οποία τα ούρα διατηρούνται σχεδόν χωρίς πίεση, σε μια ορισμένη χωρητικότητα. Η χωρητικότητα της κύστης χαρακτηρίζεται ο όγκος υγρού που δημιουργεί στον άρρωστο έντονο αίσθημα έπειξης προς ούρηση. Κατά την ούρηση η πίεση μέσα στην κύστη φθάνει τιμές από 70 έως 120 cm Η2. Σε ειδικές παθήσεις (π.χ. κατά την παράλυση της κύστης), η μέτρηση της πίεσης στην κύστη (κυστεομετρία), της πίεσης στους ουρητήρες, καθώς επίσης η ροή του ούρου (ουρορροομετρία) είναι συνήθεις εξεταστικές μέθοδοι.


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Στοιχεία και πληροφορίες από το διαδίκτυο και από εγκυκλοπαίδειες